Εγγραφο 141   Paper 141
ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΡΓΟ   Beginning the Public Work
141:0.1 (1587.1) ΤΗΝ πρώτη ημέρα της εβδομάδας, στις 19 Ιανουαρίου 27 μ.Χ., ο Ιησούς και οι δώδεκα απόστολοι ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν από το αρχηγείο τους στη Βηθσαϊδά. Οι δώδεκα δεν γνώριζαν τίποτε για τα σχέδια του Κυρίου τους εκτός ότι θα πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ να παρευρεθούν στη γιορτή του Πάσχα τον Απρίλιο, και ότι η πρόθεση ήταν να ταξιδέψουν μέσω της κοιλάδας του Ιορδάνη. Δεν απομακρύνθηκαν από το σπίτι του Ζεβεδαίου παρά κατά το μεσημέρι επειδή οι οικογένειες των αποστόλων και άλλοι μαθητές είχαν έρθει να τους αποχαιρετήσουν και να τους ευχηθούν καλή επιτυχία για το νέο έργο που ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν.   141:0.1 (1587.1) ON THE first day of the week, January 19, a.d. 27, Jesus and the twelve apostles made ready to depart from their headquarters in Bethsaida. The twelve knew nothing of their Master’s plans except that they were going up to Jerusalem to attend the Passover feast in April, and that it was the intention to journey by way of the Jordan valley. They did not get away from Zebedee’s house until near noon because the families of the apostles and others of the disciples had come to say good-bye and wish them well in the new work they were about to begin.
141:0.2 (1587.2) Λίγο πριν φύγουν, οι απόστολοι έχασαν τον Κύριο, και ο Ανδρέας βγήκε να τον ψάξει. Μετά από μια σύντομη αναζήτηση βρήκε τον Ιησού να κάθεται σε μια βάρκα κάτω στην παραλία, και να κλαίει. Οι δώδεκα είχαν συχνά δει τον Κύριό τους θλιμμένο, και είχαν παρατηρήσει τα σύντομα διαστήματα της σοβαρής πνευματικής του απορρόφησης, αλλά κανείς τους δεν τον είχε δει ποτέ να κλαίει. Ο Ανδρέας ξαφνιάστηκε κάπως που είδε τον Κύριο τόσο επηρεασμένο, την παραμονή της αναχώρησής τους για την Ιερουσαλήμ, και αποτόλμησε να πλησιάσει τον Ιησού και να ρωτήσει: «Αυτή τη σπουδαία ημέρα, Κύριε, που πρόκειται να αναχωρήσουμε για την Ιερουσαλήμ για να διακηρύξουμε τη βασιλεία του Πατρός, γιατί κλαις; Ποιος από μας σε προσέβαλλε;» Και ο Ιησούς, επιστρέφοντας με τον Ανδρέα για να συναντήσουν τους δώδεκα, του απάντησε: «Κανείς από σας δεν με στενοχώρησε. Λυπάμαι μόνο που κανείς από την οικογένεια του πατέρα μου Ιωσήφ δεν θυμήθηκε να έρθει να μας ευχηθεί καλό κατευόδιο». Εκείνο τον καιρό η Ρουθ είχε πάει να επισκεφθεί τον αδελφό της Ιωσήφ στη Ναζαρέτ. Άλλα μέλη της οικογένειάς του κρατήθηκαν μακριά από υπερηφάνεια, απογοήτευση, παρεξήγηση, και μικροπρεπή μνησικακία στην οποία επιδόθηκαν ως αποτέλεσμα πληγωμένων αισθημάτων.   141:0.2 (1587.2) Just before leaving, the apostles missed the Master, and Andrew went out to find him. After a brief search he found Jesus sitting in a boat down the beach, and he was weeping. The twelve had often seen their Master when he seemed to grieve, and they had beheld his brief seasons of serious preoccupation of mind, but none of them had ever seen him weep. Andrew was somewhat startled to see the Master thus affected on the eve of their departure for Jerusalem, and he ventured to approach Jesus and ask: “On this great day, Master, when we are to depart for Jerusalem to proclaim the Father’s kingdom, why is it that you weep? Which of us has offended you?” And Jesus, going back with Andrew to join the twelve, answered him: “No one of you has grieved me. I am saddened only because none of my father Joseph’s family have remembered to come over to bid us Godspeed.” At this time Ruth was on a visit to her brother Joseph at Nazareth. Other members of his family were kept away by pride, disappointment, misunderstanding, and petty resentment indulged as a result of hurt feelings.
1. ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ ^top   1. Leaving Galilee ^top
141:1.1 (1587.3) Η Καπερναούμ δεν ήταν μακριά από την Τιβεριάδα και η φήμη του Ιησού είχε αρχίσει να εξαπλώνεται για τα καλά σε όλη τη Γαλιλαία και σε μέρη ακόμα μακρύτερα. Ο Ιησούς γνώριζε ότι ο Ηρώδης σύντομα θα έπαιρνε είδηση το έργο του, έτσι σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να ταξιδέψει με τους αποστόλους του νότια και μέσα από την Ιουδαία. Μια συνοδεία από περισσότερους από εκατό πιστούς επιθυμούσε να πάει μαζί του αλλά ο Ιησούς τους μίλησε και τους παρακάλεσε να μην συνοδεύσουν την αποστολική ομάδα καθώς θα κατέβαιναν στον Ιορδάνη. Αν και συγκατένευσαν να μείνουν πίσω, πολλοί από αυτούς μέσα σε λίγες μέρες ακολούθησαν τον Κύριο.   141:1.1 (1587.3) Capernaum was not far from Tiberias, and the fame of Jesus had begun to spread well over all of Galilee and even to parts beyond. Jesus knew that Herod would soon begin to take notice of his work; so he thought best to journey south and into Judea with his apostles. A company of over one hundred believers desired to go with them, but Jesus spoke to them and besought them not to accompany the apostolic group on their way down the Jordan. Though they consented to remain behind, many of them followed after the Master within a few days.
141:1.2 (1587.4) Την πρώτη ημέρα ο Ιησούς και οι απόστολοι μόλις που έφτασαν στην Ταριχέα, όπου ξεκουράστηκαν τη νύχτα. Την επόμενη ημέρα ταξίδεψαν μέχρι ένα σημείο του Ιορδάνη κοντά στην Πέλλα όπου ο Ιωάννης είχε κηρύξει πριν από έναν περίπου χρόνο, και όπου ο Ιησούς είχε βαπτισθεί. Εδώ παρέμειναν για πάνω από δυο βδομάδες, διδάσκοντας και κηρύττοντας. Με το τέλος της πρώτης εβδομάδας αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κοντά όπου έμειναν ο Ιησούς και οι δώδεκα, και είχαν έρθει από τη Γαλιλαία, τη Φοινίκη, τη Συρία, τη Δεκάπολη, την Περαία και την Ιουδαία.   141:1.2 (1587.4) The first day Jesus and the apostles only journeyed as far as Tarichea, where they rested for the night. The next day they traveled to a point on the Jordan near Pella where John had preached about one year before, and where Jesus had received baptism. Here they tarried for more than two weeks, teaching and preaching. By the end of the first week several hundred people had assembled in a camp near where Jesus and the twelve dwelt, and they had come from Galilee, Phoenicia, Syria, the Decapolis, Perea, and Judea.
141:1.3 (1588.1) Ο Ιησούς δεν έκανε δημόσιο κήρυγμα. Ο Ανδρέας διαμοίραζε το πλήθος και ανέθετε τους κήρυκες των πρωινών και των απογευματινών συνάξεων. Μετά το βραδινό γεύμα ο Ιησούς συζητούσε με τους δώδεκα. Δεν τους δίδασκε τίποτε καινούργιο αλλά έκανε ανασκόπηση της προηγούμενης διδασκαλίας του και απαντούσε στις πολλές ερωτήσεις τους. Κάποιο από αυτά τα απογεύματα είπε στους δώδεκα κάτι σχετικά με τις σαράντα ημέρες που είχε περάσει στους λόφους κοντά στο μέρος αυτό.   141:1.3 (1588.1) Jesus did no public preaching. Andrew divided the multitude and assigned the preachers for the forenoon and afternoon assemblies; after the evening meal Jesus talked with the twelve. He taught them nothing new but reviewed his former teaching and answered their many questions. On one of these evenings he told the twelve something about the forty days which he spent in the hills near this place.
141:1.4 (1588.2) Πολλοί από εκείνους που ήρθαν από την Περαία και την Ιουδαία είχαν βαπτισθεί από τον Ιωάννη και ενδιαφέρονταν να μάθουν περισσότερα για τις διδασκαλίες του Ιησού. Οι απόστολοι έκαναν μεγάλη πρόοδο στην διδασκαλία των μαθητών του Ιωάννη στο βαθμό που επ’ ουδενί έθιγαν το κήρυγμα του Ιωάννη, και δεδομένου ότι προς το παρόν ούτε καν βάπτιζαν τους νέους μαθητές τους. Αλλά αποτελούσε πάντα πρόσκομμα για τους οπαδούς του Ιωάννη ότι ο Ιησούς, εάν ήταν όλα εκείνα που είχε αναγγείλει ο Ιωάννης, δεν έκανε τίποτε για να τον βγάλει από τη φυλακή. Οι μαθητές του Ιωάννη ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί ο Ιησούς δεν εμπόδισε το φρικτό θάνατο του αγαπημένου τους αρχηγού.   141:1.4 (1588.2) Many of those who came from Perea and Judea had been baptized by John and were interested in finding out more about Jesus’ teachings. The apostles made much progress in teaching the disciples of John inasmuch as they did not in any way detract from John’s preaching, and since they did not at this time even baptize their new disciples. But it was always a stumbling stone to John’s followers that Jesus, if he were all that John had announced, did nothing to get him out of prison. John’s disciples never could understand why Jesus did not prevent the cruel death of their beloved leader.
141:1.5 (1588.3) Από νύχτα σε νύχτα ο Ανδρέας καθοδηγούσε προσεκτικά τους συντρόφους του αποστόλους στο λεπτό και δύσκολο έργο του να έχουν μια ομαλή σχέση με τους οπαδούς του Ιωάννη του Βαπτιστή. Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της δημόσιας διακονίας του Ιησού, περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των οπαδών του ήταν προηγουμένως οπαδοί του Ιωάννη και είχαν λάβει το βάπτισμά του. Ολόκληρο αυτό το έτος του 27 μ.Χ. πέρασε αναλαμβάνοντας αθόρυβα το έργο του Ιωάννη στην Περαία και την Ιουδαία.   141:1.5 (1588.3) From night to night Andrew carefully instructed his fellow apostles in the delicate and difficult task of getting along smoothly with the followers of John the Baptist. During this first year of Jesus’ public ministry more than three fourths of his followers had previously followed John and had received his baptism. This entire year of a.d. 27 was spent in quietly taking over John’s work in Perea and Judea.
2. Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ^top   2. God’s Law and the Father’s Will ^top
141:2.1 (1588.4) Τη νύχτα πριν αφήσουν την Πέλλα, ο Ιησούς έδωσε στους αποστόλους κάποιες περαιτέρω οδηγίες σε σχέση με την νέα βασιλεία. Είπε ο Κύριος: «Έχετε διδαχθεί να αναζητάτε τον ερχομό της βασιλείας του Θεού, και τώρα έρχομαι εγώ να σας αναγγείλω ότι αυτή η πολυαναμενόμενη Βασιλεία είναι πλησίον, ακόμη και ότι είναι ήδη εδώ και εντός υμών. Σε κάθε βασίλειο πρέπει να υπάρχει ένας βασιλέας που κάθεται στο θρόνο του και θεσπίζει τους νόμους του βασιλείου. Έτσι και εσείς έχετε αναπτύξει μια αντίληψη της ουράνιας βασιλείας, ως ένδοξης κυριαρχίας του Ιουδαϊκού λαού πάνω σε όλους τους ανθρώπους της γης, με το Μεσσία να κάθεται στο θρόνο του Δαυίδ και από αυτή τη θέση της θαυμαστής δύναμης να εξαγγέλλει τους νόμους ολόκληρου του κόσμου. Αλλά, παιδιά μου, δεν βλέπετε με το μάτι της πίστης, και δεν ακούτε με την κατανόηση του πνεύματος. Σας δηλώνω ότι η βασιλεία των ουρανών είναι η πραγματοποίηση και αναγνώριση της κυριαρχίας του Θεού μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Αληθώς, υπάρχει ένας βασιλέας σε αυτό το βασίλειο, και αυτός ο Βασιλέας είναι ο Πατέρας μου και Πατέρας σας. Είμαστε πράγματι οι πιστοί υπήκοοί του, αλλά υπερβαίνει κατά πολύ το γεγονός αυτό η μεταμορφωτική αλήθεια ότι είμαστε υιοί του. Αυτή η αλήθεια κατά τη διάρκεια της ζωής μου θα γίνει φανερή σε όλους. Ο Πατέρας μας κάθεται επίσης σε έναν θρόνο, που δεν είναι όμως φτιαγμένος από χέρια. Ο θρόνος του Απείρου είναι ο αιώνιος τόπος κατοικίας του Πατέρα στον ουρανό των ουρανών. Πληροί όλα τα πράγματα και διακηρύσσει τους νόμους του σε σύμπαντα επί συμπάντων. Και ο Πατέρας κυβερνά επίσης τις καρδιές των παιδιών του στη γη μέσω του πνεύματος το οποίο έχει στείλει να ζήσει εντός των ψυχών των θνητών ανθρώπων.   141:2.1 (1588.4) The night before they left Pella, Jesus gave the apostles some further instruction with regard to the new kingdom. Said the Master: “You have been taught to look for the coming of the kingdom of God, and now I come announcing that this long-looked-for kingdom is near at hand, even that it is already here and in our midst. In every kingdom there must be a king seated upon his throne and decreeing the laws of the realm. And so have you developed a concept of the kingdom of heaven as a glorified rule of the Jewish people over all the peoples of the earth with Messiah sitting on David’s throne and from this place of miraculous power promulgating the laws of all the world. But, my children, you see not with the eye of faith, and you hear not with the understanding of the spirit. I declare that the kingdom of heaven is the realization and acknowledgment of God’s rule within the hearts of men. True, there is a King in this kingdom, and that King is my Father and your Father. We are indeed his loyal subjects, but far transcending that fact is the transforming truth that we are his sons. In my life this truth is to become manifest to all. Our Father also sits upon a throne, but not one made with hands. The throne of the Infinite is the eternal dwelling place of the Father in the heaven of heavens; he fills all things and proclaims his laws to universes upon universes. And the Father also rules within the hearts of his children on earth by the spirit which he has sent to live within the souls of mortal men.
141:2.2 (1588.5) «Όταν είστε υπήκοοι αυτής της Βασιλείας, πράγματι είστε αναγκασμένοι να ακούτε το νόμο του Κυβερνήτη του Σύμπαντος, αλλά όταν, ένεκα του ευαγγελίου της βασιλείας το οποίο έχω έρθει να κηρύξω, ανακαλύπτετε δια της πίστεως ότι είστε υιοί, εις το εξής μην βλέπετε τους εαυτούς σας ως δημιουργήματα υποκείμενα στον νόμο ενός πανίσχυρου βασιλέα αλλά ως προνομιούχους υιούς ενός αγαπητού και θείου Πατέρα. Αληθώς, αληθώς σας λέγω, όταν το θέλημα του Πατρός είναι νόμος σας, με δυσκολία βρίσκεστε στην βασιλεία. Όταν όμως το θέλημα του Πατρός γίνει πραγματικά θέλημά σας, τότε βρίσκεστε αληθινά μέσα στη βασιλεία επειδή η βασιλεία έχει με αυτό τον τρόπο καταστεί μια εδραιωμένη εμπειρία μέσα σας. Όταν το θέλημα του Θεού είναι νόμος σας, είστε ευγενείς υπόδουλοι υπήκοοι, αλλά όταν πιστεύετε σε αυτό το νέο ευαγγέλιο της θείας υιότητας, το θέλημα του Πατρός μου γίνεται και δικό σας θέλημα, και ανυψώνεστε στην υψηλή θέση των ελεύθερων παιδιών του Θεού, απολυτρωμένων υιών της βασιλείας».   141:2.2 (1588.5) “When you are the subjects of this kingdom, you indeed are made to hear the law of the Universe Ruler; but when, because of the gospel of the kingdom which I have come to declare, you faith-discover yourselves as sons, you henceforth look not upon yourselves as law-subject creatures of an all-powerful king but as privileged sons of a loving and divine Father. Verily, verily, I say to you, when the Father’s will is your law, you are hardly in the kingdom. But when the Father’s will becomes truly your will, then are you in very truth in the kingdom because the kingdom has thereby become an established experience in you. When God’s will is your law, you are noble slave subjects; but when you believe in this new gospel of divine sonship, my Father’s will becomes your will, and you are elevated to the high position of the free children of God, liberated sons of the kingdom.”
141:2.3 (1589.1) Μερικοί από τους αποστόλους άρπαξαν κάποιες έννοιες από αυτή τη διδασκαλία αλλά κανείς τους δεν κατάλαβε την πλήρη σημασία αυτής της καταπληκτικής ανακοίνωσης, εκτός από τον Ιάκωβο Ζεβεδαίο. Αλλά αυτές οι λέξεις βυθίστηκαν μέσα στις καρδιές τους και βγήκαν στην επιφάνεια για να χαροποιήσουν το λειτούργημά τους στα μετέπειτα χρόνια του έργου τους.   141:2.3 (1589.1) Some of the apostles grasped something of this teaching, but none of them comprehended the full significance of this tremendous announcement, unless it was James Zebedee. But these words sank into their hearts and came forth to gladden their ministry during later years of service.
3. Η ΔΙΑΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΜΑΘΟΥΝΤΑ ^top   3. The Sojourn at Amathus ^top
141:3.1 (1589.2) Ο Κύριος και οι απόστολοί του παρέμειναν κοντά στην Αμαθούντα σχεδόν τρεις εβδομάδες. Οι απόστολοι συνέχισαν να κηρύττουν στο πλήθος δυο φορές την ημέρα, και ο Ιησούς κήρυττε κάθε Σάββατο απόγευμα. Κατέστη αδύνατο να συνεχίσουν το πρόγραμμα αναψυχής της Τετάρτης, κι έτσι ο Ανδρέας όρισε ότι δυο απόστολοι θα αναπαύονταν ανά ημέρα από τις έξι της εβδομάδας, ενώ όλοι είχαν υπηρεσία κατά τη λειτουργία του Σαββάτου.   141:3.1 (1589.2) The Master and his apostles remained near Amathus for almost three weeks. The apostles continued to preach twice daily to the multitude, and Jesus preached each Sabbath afternoon. It became impossible to continue the Wednesday playtime; so Andrew arranged that two apostles should rest each day of the six days in the week, while all were on duty during the Sabbath services.
141:3.2 (1589.3) Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης πραγματοποιούσαν το περισσότερο από το δημόσιο κήρυγμα. Ο Φίλιππος, ο Ναθαναήλ, ο Θωμάς και ο Σίμων πραγματοποιούσαν μεγάλο μέρος του προσωπικού έργου και δίδασκαν σε τμήματα για ειδικές ομάδες αναζητητών. Οι δίδυμοι συνέχιζαν την γενική τους αστυνομική επόπτευση, ενώ ο Ανδρέας, ο Ματθαίος, και ο Ιούδας σχημάτισαν μια τριμελή γενική διευθυντική επιτροπή, αν και ο καθένας από αυτούς τους τρεις επιτελούσε επίσης και σημαντικό θρησκευτικό έργο.   141:3.2 (1589.3) Peter, James, and John did most of the public preaching. Philip, Nathaniel, Thomas, and Simon did much of the personal work and conducted classes for special groups of inquirers; the twins continued their general police supervision, while Andrew, Matthew, and Judas developed into a general managerial committee of three, although each of these three also did considerable religious work.
141:3.3 (1589.4) Ο Ανδρέας ήταν επιφορτισμένος με το έργο της διευθέτησης των συνεχώς παρουσιαζόμενων παρεξηγήσεων και διαφωνιών μεταξύ των μαθητών του Ιωάννη και των νεότερων μαθητών του Ιησού. Σοβαρές καταστάσεις προέκυπταν κάθε λίγες μέρες, αλλά ο Ανδρέας, με την βοήθεια των αποστολικών βοηθών του κατάφερνε να παρακινεί τα αντιμαχόμενα μέρη να έρθουν σε κάποιο είδος συμφωνίας, τουλάχιστον πρόσκαιρα. Ο Ιησούς αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε από αυτές τις διασκέψεις, ούτε και έδινε οποιαδήποτε συμβουλή για τη διευθέτηση αυτών των δυσκολιών. Δεν έδωσε ποτέ καμία υπόδειξη για το πώς οι απόστολοι θα έπρεπε να επιλύσουν αυτά τα περίπλοκα προβλήματα. Όταν ο Ανδρέας ερχόταν στον Ιησού με τέτοια αιτήματα, εκείνος έλεγε πάντα: «Δεν είναι συνετό για τον οικοδεσπότη να μετέχει στα οικογενειακά προβλήματα των φιλοξενούμενών του. Ένας συνετός πατέρας ποτέ δεν παίρνει το μέρος του ενός, στους ασήμαντους καυγάδες των δικών του παιδιών».   141:3.3 (1589.4) Andrew was much occupied with the task of adjusting the constantly recurring misunderstandings and disagreements between the disciples of John and the newer disciples of Jesus. Serious situations would arise every few days, but Andrew, with the assistance of his apostolic associates, managed to induce the contending parties to come to some sort of agreement, at least temporarily. Jesus refused to participate in any of these conferences; neither would he give any advice about the proper adjustment of these difficulties. He never once offered a suggestion as to how the apostles should solve these perplexing problems. When Andrew came to Jesus with these questions, he would always say: “It is not wise for the host to participate in the family troubles of his guests; a wise parent never takes sides in the petty quarrels of his own children.”
141:3.4 (1589.5) Ο Κύριος επεδείκνυε μεγάλη σοφία και φανέρωνε τέλεια δικαιοσύνη σε όλες τις συνδιαλλαγές με τους αποστόλους και με όλους τους μαθητές του. Ο Ιησούς ήταν ένας αληθινός καθοδηγητής ανθρώπων. Ασκούσε μεγάλη επιρροή στους οπαδούς του ένεκα του συνδυασμού της χάρης και της δύναμης της προσωπικότητάς του. Ενυπήρχε μια ραφιναρισμένη εξουσιαστική επιρροή στην τραχεία, νομαδική και άστεγη ζωή του. Ενυπήρχε μια διανοητική έλξη και πνευματική δύναμη στον εξουσιαστικό τρόπο της διδασκαλίας του, στη διαυγή λογική του, το στέρεο συλλογισμό του, τη μυαλωμένη επίγνωσή του, την οξυδέρκειά του, την απαράμιλλη νηφαλιότητά του και την εξαιρετική ανεκτικότητά του. Ήταν απλός, γενναίος, τίμιος και ατρόμητος. Μαζί με όλα αυτά τα φυσικά και διανοητικά προτερήματα της παρουσίας του Κυρίου, ενυπήρχε επίσης και όλη εκείνη η πνευματική χάρη ενός όντος που συμβαδίζει με την προσωπικότητά του – υπομονή, τρυφερότητα, πραότητα, ευγένεια και ταπεινότητα.   141:3.4 (1589.5) The Master displayed great wisdom and manifested perfect fairness in all of his dealings with his apostles and with all of his disciples. Jesus was truly a master of men; he exercised great influence over his fellow men because of the combined charm and force of his personality. There was a subtle commanding influence in his rugged, nomadic, and homeless life. There was intellectual attractiveness and spiritual drawing power in his authoritative manner of teaching, in his lucid logic, his strength of reasoning, his sagacious insight, his alertness of mind, his matchless poise, and his sublime tolerance. He was simple, manly, honest, and fearless. With all of this physical and intellectual influence manifest in the Master’s presence, there were also all those spiritual charms of being which have become associated with his personality—patience, tenderness, meekness, gentleness, and humility.
141:3.5 (1589.6) Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν πράγματι μια έντονη και ισχυρή προσωπικότητα, ήταν μια διανοητική δύναμη και ένα πνευματικό οχυρό. Η προσωπικότητά του έλκυε όχι μόνο τις πνευματώδεις γυναίκες ανάμεσα στους οπαδούς του, αλλά επίσης και τον μορφωμένο και διανοούμενο Νικόδημο και τον σκληραγωγημένο Ρωμαίο στρατιώτη, τον εκατόνταρχο της φρουράς που ήταν γύρω από το σταυρό, ο οποίος αφού είχε παρακολουθήσει τον Κύριο να πεθαίνει, είπε: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος ήτο Υιός Θεού». Και οι θερμόαιμοι, τραχείς ψαράδες της Γαλιλαίας τον αποκαλούσαν Κύριο.   141:3.5 (1589.6) Jesus of Nazareth was indeed a strong and forceful personality; he was an intellectual power and a spiritual stronghold. His personality not only appealed to the spiritually minded women among his followers, but also to the educated and intellectual Nicodemus and to the hardy Roman soldier, the captain stationed on guard at the cross, who, when he had finished watching the Master die, said, “Truly, this was a Son of God.” And red-blooded, rugged Galilean fishermen called him Master.
141:3.6 (1590.1) Οι εικόνες του Ιησού έχουν υπάρξει οι πλέον ατυχείς. Αυτές οι εικόνες του Χριστού έχουν ασκήσει μια δηλητηριώδη επιρροή στη νεολαία. Οι έμποροι στον ναό δύσκολα θα τρέπονταν σε φυγή ενώπιον του Ιησού εάν ήταν σαν τον άνδρα που συνήθως απεικονίζουν οι καλλιτέχνες σας. Ήταν ένας αξιοπρεπής άνδρας· καλός αλλά ανεπιτήδευτος. Ο Ιησούς δεν πόζαρε ως ένας ήπιος, γλυκός, ευγενικός, και καλοσυνάτος μύστης. Η διδασκαλία του ήταν συναρπαστικά δυναμική. Όχι μόνον ήταν καλοπροαίρετος, αλλά πραγματικά προχωρούσε κάνοντας το καλό.   141:3.6 (1590.1) The pictures of Jesus have been most unfortunate. These paintings of the Christ have exerted a deleterious influence on youth; the temple merchants would hardly have fled before Jesus if he had been such a man as your artists usually have depicted. His was a dignified manhood; he was good, but natural. Jesus did not pose as a mild, sweet, gentle, and kindly mystic. His teaching was thrillingly dynamic. He not only meant well, but he went about actually doing good.
141:3.7 (1590.2) Ο Κύριος ποτέ δεν είπε: «Έλθετε προς με, πάντες οι νωχελικοί και πάντες οι ονειροπόλοι». Όμως πολλές φορές είπε, «Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες, και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει.» Ο ζυγός του Κυρίου είναι, πραγματικά, καλός αλλά ακόμη και έτσι, ποτέ δεν τον επιβάλλει. Κάθε άτομο πρέπει να άρει αυτόν τον ζυγό με την ελεύθερη θέλησή του.   141:3.7 (1590.2) The Master never said, “Come to me all you who are indolent and all who are dreamers.” But he did many times say, “Come to me all you who labor, and I will give you rest—spiritual strength.” The Master’s yoke is, indeed, easy, but even so, he never imposes it; every individual must take this yoke of his own free will.
141:3.8 (1590.3) Ο Ιησούς απεικονίζει την κατάκτηση μέσω θυσίας, της θυσίας της υπερηφάνειας και του εγωισμού. Δείχνοντας έλεος, ήθελε να απεικονίσει την πνευματική απελευθέρωση από κάθε μνησικακία, παράπονο, οργή και από τον πόθο για εγωιστική δύναμη και εκδίκηση. Και όταν είπε: «Να μη αντισταθήτε προς τον πονηρόν», εξήγησε αργότερα ότι δεν εννοούσε την ανοχή στην αμαρτία ή ότι συμβούλευε την αδελφότητα με την αδικία. Ήθελε πιο πολύ να διδάξει τη συγχώρεση, «την μη- αντίσταση στην κακή μεταχείριση της προσωπικότητας ενός ατόμου, στην εκ του πονηρού ζημία των αισθημάτων της προσωπικής αξιοπρέπειας κάποιου».   141:3.8 (1590.3) Jesus portrayed conquest by sacrifice, the sacrifice of pride and selfishness. By showing mercy, he meant to portray spiritual deliverance from all grudges, grievances, anger, and the lust for selfish power and revenge. And when he said, “Resist not evil,” he later explained that he did not mean to condone sin or to counsel fraternity with iniquity. He intended the more to teach forgiveness, to “resist not evil treatment of one’s personality, evil injury to one’s feelings of personal dignity.”
4. ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ^top   4. Teaching About the Father ^top
141:4.1 (1590.4) Ενόσω διέμεναν στην Αμαθούντα, ο Ιησούς περνούσε πολύ χρόνο με τους αποστόλους διδάσκοντάς τους την νέα αντίληψη του Θεού. Τους τόνιζε ξανά και ξανά ότι ο Θεός είναι ένας Πατέρας, και όχι ένας σπουδαίος και υπέρτατος λογιστής που έχει σαν κύρια απασχόληση επιζήμιες καταχωρίσεις των σφάλματων των παιδιών του στη γη, τις καταγραφές των αμαρτιών και του κακού, ώστε να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους όταν στη συνέχεια τους κρίνει σαν δίκαιος Δικαστής όλης της πλάσης. Οι Ιουδαίοι για πολύ καιρό αντιλαμβάνονταν τον Θεό ως έναν βασιλιά πάνω από όλα, ακόμα και ως έναν Πατέρα του έθνους, αλλά ποτέ άλλοτε μεγάλα πλήθη θνητών ανθρώπων δεν είχαν την ιδέα του Θεού ως φιλόστοργου Πατέρα του ατόμου.   141:4.1 (1590.4) While sojourning at Amathus, Jesus spent much time with the apostles instructing them in the new concept of God; again and again did he impress upon them that God is a Father, not a great and supreme bookkeeper who is chiefly engaged in making damaging entries against his erring children on earth, recordings of sin and evil to be used against them when he subsequently sits in judgment upon them as the just Judge of all creation. The Jews had long conceived of God as a king over all, even as a Father of the nation, but never before had large numbers of mortal men held the idea of God as a loving Father of the individual.
141:4.2 (1590.5) Σε απάντηση στο ερώτημα του Θωμά, «Ποιος είναι αυτός ο Θεός της βασιλείας;» ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Ο Θεός είναι ο Πατέρας σου, και η θρησκεία – το ευαγγέλιό μου – δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την πιστή αναγνώριση της αλήθειας ότι είσαι υιός του. Και βρίσκομαι εδώ ανάμεσά σας με σάρκα και οστά για να καταστήσω σαφείς και τις δυο αυτές ιδέες στην ζωή και τις διδασκαλίες μου».   141:4.2 (1590.5) In answer to Thomas’s question, “Who is this God of the kingdom?” Jesus replied: “God is your Father, and religion—my gospel—is nothing more nor less than the believing recognition of the truth that you are his son. And I am here among you in the flesh to make clear both of these ideas in my life and teachings.”
141:4.3 (1590.6) Ο Ιησούς προσπάθησε επίσης να ελευθερώσει τα μυαλά των αποστόλων του από την ιδέα της προσφοράς θυσιών ζώων ως θρησκευτικό καθήκον. Αλλά αυτοί οι άνδρες, εκπαιδευμένοι στη θρησκεία της καθημερινής θυσίας, άργησαν να κατανοήσουν τι εννοούσε. Παρ’ όλα αυτά, ο Κύριος δεν κουράστηκε να διδάσκει. Όταν αποτύγχανε να αγγίξει τα μυαλά όλων των αποστόλων με τη βοήθεια παραδειγμάτων, θα επαναδιατύπωνε το μήνυμά του και θα χρησιμοποιούσε έναν διαφορετικό τύπο παραβολής για σκοπούς διαφώτισης.   141:4.3 (1590.6) Jesus also sought to free the minds of his apostles from the idea of offering animal sacrifices as a religious duty. But these men, trained in the religion of the daily sacrifice, were slow to comprehend what he meant. Nevertheless, the Master did not grow weary in his teaching. When he failed to reach the minds of all of the apostles by means of one illustration, he would restate his message and employ another type of parable for purposes of illumination.
141:4.4 (1590.7) Παράλληλα ο Ιησούς άρχισε να διδάσκει τους δώδεκα πληρέστερα σχετικά με την αποστολή τους «να ανακουφίζουν τους πάσχοντες και να διακονούν τους ασθενείς». Ο Κύριος τους δίδαξε πολλά για τον όλον άνθρωπο – την ένωση σώματος, διάνοιας, και πνεύματος για να σχηματίσουν το ξεχωριστό άτομο, άνδρα ή γυναίκα. Ο Ιησούς είπε στους συντρόφους του για τις τρεις μορφές δεινών που θα συναντούσαν και συνέχισε εξηγώντας πώς θα έπρεπε να διακονούν όλους όσους υποφέρουν τις θλίψεις των ανθρώπινων ασθενειών. Τους δίδαξε πώς να αναγνωρίζουν:   141:4.4 (1590.7) At this same time Jesus began to teach the twelve more fully concerning their mission “to comfort the afflicted and minister to the sick.” The Master taught them much about the whole man—the union of body, mind, and spirit to form the individual man or woman. Jesus told his associates about the three forms of affliction they would meet and went on to explain how they should minister to all who suffer the sorrows of human sickness. He taught them to recognize:
141:4.5 (1591.1) 1. Τις ασθένειες της σάρκας – εκείνα τα δεινά που κοινώς θεωρούνταν σωματικά νοσήματα.   141:4.5 (1591.1) 1. Diseases of the flesh—those afflictions commonly regarded as physical sickness.
141:4.6 (1591.2) 2. Τα ταραγμένα μυαλά – εκείνα τα μη σωματικά δεινά τα οποία ακολούθως θεωρούνταν συναισθηματικές και διανοητικές δυσκολίες και διαταραχές.   141:4.6 (1591.2) 2. Troubled minds—those nonphysical afflictions which were subsequently looked upon as emotional and mental difficulties and disturbances.
141:4.7 (1591.3) 3. Την κατοχή από κακά πνεύματα.   141:4.7 (1591.3) 3. The possession of evil spirits.
141:4.8 (1591.4) Ο Ιησούς εξήγησε στους αποστόλους του σε αρκετές περιπτώσεις την φύση, και κάτι σχετικό με την προέλευση, αυτών των κακών πνευμάτων, που εκείνες τις ημέρες συχνά αποκαλούνταν επίσης ακάθαρτα πνεύματα. Ο Κύριος γνώριζε καλά τη διαφορά μεταξύ της κατοχής από κακά πνεύματα και της παραφροσύνης, αλλά οι απόστολοι όχι. Ούτε ήταν δυνατόν, δεδομένης της περιορισμένης γνώσης τους για την πρότερη ιστορία της Ουράντια, να αναλάβει ο Ιησούς να κάνει το θέμα αυτό πλήρως κατανοητό. Αλλά πολλές φορές τους είπε αναφερόμενος σε αυτά τα πονηρά πνεύματα: «Δεν θα παρενοχλούν πια τους ανθρώπους όταν θα έχω ανέλθει στον Πατέρα μου στους ουρανούς, και όταν θα έχει εκχυθεί το πνεύμα μου σε όλη τη σάρκα, κατ’ εκείνον τον καιρό που η βασιλεία θα έρθει με μεγάλη ισχύ και πνευματική δόξα».   141:4.8 (1591.4) Jesus explained to his apostles on several occasions the nature, and something concerning the origin, of these evil spirits, in that day often also called unclean spirits. The Master well knew the difference between the possession of evil spirits and insanity, but the apostles did not. Neither was it possible, in view of their limited knowledge of the early history of Urantia, for Jesus to undertake to make this matter fully understandable. But he many times said to them, alluding to these evil spirits: “They shall no more molest men when I shall have ascended to my Father in heaven, and after I shall have poured out my spirit upon all flesh in those times when the kingdom will come in great power and spiritual glory.”
141:4.9 (1591.5) Από βδομάδα σε βδομάδα και από μήνα σε μήνα, όλο το έτος, οι απόστολοι απασχολούνταν όλο και περισσότερο με τη θεραπευτική εξυπηρέτηση των ασθενών.   141:4.9 (1591.5) From week to week and from month to month, throughout this entire year, the apostles paid more and more attention to the healing ministry of the sick.
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ^top   5. Spiritual Unity ^top
141:5.1 (1591.6) Μια από τις πλέον επεισοδιακές από τις απογευματινές συγκεντρώσεις στην Αμαθούντα ήταν η συνεδρία που είχε να κάνει με τη συζήτηση για την ενότητα του πνεύματος. Ο Ιάκωβος Ζεβεδαίος είχε ρωτήσει: «Κύριε, πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε παρόμοια και ως εκ τούτου να απολαμβάνουμε περισσότερη αρμονία μεταξύ μας;». Όταν ο Ιησούς άκουσε αυτή την ερώτηση αναστατώθηκε το πνεύμα του τόσο πολύ που απάντησε: «Ιάκωβε, Ιάκωβε, πότε σας δίδαξα ότι πρέπει να βλέπετε όλοι παρόμοια; Έχω έρθει στον κόσμο για να κηρύξω την πνευματική ελευθερία με το σκοπό οι θνητοί να ενδυναμωθούν και να ζήσουν εξατομικευμένες ζωές με αυθεντικότητα και ελευθερία ενώπιον του Θεού. Δεν επιθυμώ να εξαγορασθεί η κοινωνική αρμονία και η αδελφική ειρήνη θυσιάζοντας την ελεύθερη προσωπικότητα και την πνευματική αυθεντικότητα. Αυτό που ζητώ από σας, απόστολοί μου, είναι πνευματική ενότητα – και αυτήν μπορείτε να την βιώσετε μέσα στη χαρά της ενωμένης αφοσίωσής σας στο να πράττετε με όλη σας την καρδιά το θέλημα το Πατέρα μου στους ουρανούς. Δεν χρειάζεται να βλέπετε παρόμοια ή να αισθάνεστε παρόμοια ή ακόμα να σκέπτεστε παρόμοια προκειμένου να είστε και πνευματικά όμοιοι. Η πνευματική ενότητα προέρχεται από τη συνειδητοποίηση ότι ο καθένας από εσάς κατοικείται και βαθμιαία κυριεύεται από τη δωρεά του πνεύματος του ουράνιου Πατέρα. Η αποστολική σας αρμονία πρέπει να αναπτυχθεί μέσα από το γεγονός ότι η πνευματική ελπίδα του καθενός από σας είναι πανομοιότυπη σε προέλευση, φύση, και πεπρωμένο.   141:5.1 (1591.6) One of the most eventful of all the evening conferences at Amathus was the session having to do with the discussion of spiritual unity. James Zebedee had asked, “Master, how shall we learn to see alike and thereby enjoy more harmony among ourselves?” When Jesus heard this question, he was stirred within his spirit, so much so that he replied: “James, James, when did I teach you that you should all see alike? I have come into the world to proclaim spiritual liberty to the end that mortals may be empowered to live individual lives of originality and freedom before God. I do not desire that social harmony and fraternal peace shall be purchased by the sacrifice of free personality and spiritual originality. What I require of you, my apostles, is spirit unity—and that you can experience in the joy of your united dedication to the wholehearted doing of the will of my Father in heaven. You do not have to see alike or feel alike or even think alike in order spiritually to be alike. Spiritual unity is derived from the consciousness that each of you is indwelt, and increasingly dominated, by the spirit gift of the heavenly Father. Your apostolic harmony must grow out of the fact that the spirit hope of each of you is identical in origin, nature, and destiny.
141:5.2 (1591.7) «Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να βιώσετε μια τελειοποιημένη ενότητα πνευματικού σκοπού και πνευματικής κατανόησης αναπτυσσόμενη μέσα από την αμοιβαία συνειδητοποίηση της ταυτότητας του κάθε ενός από τα Παραδείσια πνεύματα που σας ενοικούν. Και μπορείτε να απολαύσετε όλη αυτήν την βαθιά πνευματική ενότητα παρά την υπέρτατη διαφορετικότητα των ατομικών σας φρονημάτων διανοητικού λογισμού, ιδιοσυγκρασιακού συναισθήματος, και κοινωνικής διαγωγής. Οι προσωπικότητές σας μπορούν να είναι αναζωογονητικά ποικίλες και αξιοσημείωτα διαφορετικές, ενώ οι πνευματικές σας φύσεις και οι πνευματικοί καρποί της θεϊκής λατρείας και αδελφικής αγάπης μπορούν να είναι τόσο ενοποιημένα έτσι ώστε όσοι παρατηρούν τις ζωές σας εγγυημένα θα λάβουν γνώση αυτής της πνευματικής ταυτότητας και ψυχικής ενότητας. Θα αναγνωρίσουν ότι ήσασταν μαζί μου και ως εκ τούτου έχετε μάθει, και αποδεκτά, πώς να πράττετε το θέλημα του Πατέρα στον ουρανό. Μπορείτε να επιτύχετε την ενότητα της υπηρεσίας του Θεού ακόμα και όταν εκτελείτε τέτοια υπηρεσία σύμφωνα με την τεχνική των δικών σας αυθεντικών προικισμάτων του μυαλού, του σώματος και της ψυχής.   141:5.2 (1591.7) “In this way you may experience a perfected unity of spirit purpose and spirit understanding growing out of the mutual consciousness of the identity of each of your indwelling Paradise spirits; and you may enjoy all of this profound spiritual unity in the very face of the utmost diversity of your individual attitudes of intellectual thinking, temperamental feeling, and social conduct. Your personalities may be refreshingly diverse and markedly different, while your spiritual natures and spirit fruits of divine worship and brotherly love may be so unified that all who behold your lives will of a surety take cognizance of this spirit identity and soul unity; they will recognize that you have been with me and have thereby learned, and acceptably, how to do the will of the Father in heaven. You can achieve the unity of the service of God even while you render such service in accordance with the technique of your own original endowments of mind, body, and soul.
141:5.3 (1592.1) «Η πνευματική σας ενότητα προϋποθέτει δυο πράγματα, τα οποία πάντα θα βρίσκονται σε εναρμόνιση στις ζωές των μεμονωμένων πιστών: Πρώτον, διακατέχεστε από το κοινό κίνητρο μιας ζωής υπηρεσίας· όλοι επιθυμείτε πάνω από όλα να πράττετε το θέλημα του Πατέρα στον ουρανό. Δεύτερον, έχετε όλοι ένα κοινό στόχο ύπαρξης· όλοι σκοπεύετε να βρείτε τον Πατέρα στον ουρανό, αποδεικνύοντας ως εκ τούτου στο σύμπαν ότι έχετε γίνει σαν και εκείνον».   141:5.3 (1592.1) “Your spirit unity implies two things, which always will be found to harmonize in the lives of individual believers: First, you are possessed with a common motive for life service; you all desire above everything to do the will of the Father in heaven. Second, you all have a common goal of existence; you all purpose to find the Father in heaven, thereby proving to the universe that you have become like him.”
141:5.4 (1592.2) Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των δώδεκα ο Ιησούς επανήλθε σ’ αυτό το θέμα. Επανειλημμένα τους είπε ότι δεν ήταν επιθυμία του εκείνοι που πίστευαν σε αυτόν να γίνουν δογματικοί και τυποποιημένοι σύμφωνα με τις θρησκευτικές ερμηνείες ακόμα και των καλών ανθρώπων. Ξανά και ξανά προειδοποίησε τους αποστόλους του ενάντια στην δημιουργία δογμάτων και την εγκαθίδρυση παραδόσεων ως μέσων για την καθοδήγηση και τον έλεγχο των πιστών του ευαγγελίου της βασιλείας.   141:5.4 (1592.2) Many times during the training of the twelve Jesus reverted to this theme. Repeatedly he told them it was not his desire that those who believed in him should become dogmatized and standardized in accordance with the religious interpretations of even good men. Again and again he warned his apostles against the formulation of creeds and the establishment of traditions as a means of guiding and controlling believers in the gospel of the kingdom.
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΘΟΥΝΤΑ ^top   6. Last Week at Amathus ^top
141:6.1 (1592.3) Κοντά στο τέλος της τελευταίας εβδομάδας στην Αμαθούντα, ο Σίμων ο Ζηλωτής έφερε στον Ιησού κάποιον Τεχέρμα, ένα Πέρση που είχε επιχειρήσεις στη Δαμασκό. Ο Τεχέρμα είχε ακούσει για τον Ιησού και είχε έρθει στην Καπερναούμ για να τον δει, και εκεί μαθαίνοντας ότι ο Ιησούς είχε πάει με τους αποστόλους του κάτω στον Ιορδάνη, καθοδόν για την Ιερουσαλήμ, ξεκίνησε να τον βρει. Ο Ανδρέας είχε παρουσιάσει τον Τεχέρμα στο Σίμωνα για καθοδήγηση. Ο Σίμων αντιμετώπισε τον Πέρση ως ένα «λάτρη της φωτιάς», αν και ο Τεχέρμα κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να του εξηγήσει ότι η φωτιά ήταν μόνο το ορατό σύμβολο του Ενός Αγαθού και Αγίου. Αφού μίλησε με τον Ιησού, ο Πέρσης εξέφρασε την πρόθεσή του να παραμείνει για αρκετές ημέρες να ακούσει τη διδασκαλία και να παρακολουθήσει το κήρυγμα.   141:6.1 (1592.3) Near the end of the last week at Amathus, Simon Zelotes brought to Jesus one Teherma, a Persian doing business at Damascus. Teherma had heard of Jesus and had come to Capernaum to see him, and there learning that Jesus had gone with his apostles down the Jordan on the way to Jerusalem, he set out to find him. Andrew had presented Teherma to Simon for instruction. Simon looked upon the Persian as a “fire worshiper,” although Teherma took great pains to explain that fire was only the visible symbol of the Pure and Holy One. After talking with Jesus, the Persian signified his intention of remaining for several days to hear the teaching and listen to the preaching.
141:6.2 (1592.4) Όταν ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιησούς έμειναν μόνοι, ο Σίμων ρώτησε τον Κύριο: «Γιατί εγώ δεν μπόρεσα να τον πείσω; Γιατί αντιστάθηκε τόσο σε μένα ενώ ήταν τόσο πρόθυμος να ακούσει εσένα;». Ο Ιησούς απάντησε: «Σίμων, Σίμων, πόσες φορές σε έχω συμβουλεύσει να απέχεις από κάθε προσπάθεια να βγάλεις κάτι έξω από τις καρδιές αυτών που αναζητούν τη σωτηρία; Πόσο συχνά σου έχω πει να εργάζεσαι μόνο για να βάλεις κάτι μέσα σε αυτές στις πεινασμένες ψυχές; Οδήγησε τους ανθρώπους στη βασιλεία, και οι μεγάλες και ζωντανές αλήθειες της βασιλείας σύντομα θα εκβάλλουν όλα τα σοβαρά σφάλματα. Όταν θα έχεις παρουσιάσει στον θνητό άνθρωπο τα καλά νέα ότι ο Θεός είναι ο Πατέρας του, θα μπορέσεις ευκολότερα να τον πείσεις ότι είναι στην πραγματικότητα ένας υιός του Θεού. Και έχοντας κάνει αυτό, έχεις φέρει το φως της σωτηρίας σε εκείνον που κάθεται μέσα στο σκοτάδι. Σίμων, όταν ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για πρώτη φορά σε σένα, ήρθε αρνούμενος τον Μωυσή και τους προφήτες και κηρύσσοντας ένα νέο και καλύτερο τρόπο ζωής; Όχι. Δεν ήρθα για να αφαιρέσω αυτό που είχες από τους προπάτορές σου αλλά να σου δείξω το τελειοποιημένο όραμα εκείνου που οι πατέρες σου είδαν μόνο εν μέρει. Πήγαινε, λοιπόν, Σίμωνα, διδάσκοντας και κηρύττοντας για την βασιλεία, και όταν θα έχεις βάλει κάποιον με ασφάλεια και σιγουριά εντός της βασιλείας, τότε είναι η ώρα, όταν αυτός ο κάποιος θα έρθει σε εσένα με ερωτήματα, να παρέχεις καθοδήγηση σχετικά με την προοδευτική εξέλιξης της ψυχής εντός της θείας βασιλείας».   141:6.2 (1592.4) When Simon Zelotes and Jesus were alone, Simon asked the Master: “Why is it that I could not persuade him? Why did he so resist me and so readily lend an ear to you?” Jesus answered: “Simon, Simon, how many times have I instructed you to refrain from all efforts to take something out of the hearts of those who seek salvation? How often have I told you to labor only to put something into these hungry souls? Lead men into the kingdom, and the great and living truths of the kingdom will presently drive out all serious error. When you have presented to mortal man the good news that God is his Father, you can the easier persuade him that he is in reality a son of God. And having done that, you have brought the light of salvation to the one who sits in darkness. Simon, when the Son of Man came first to you, did he come denouncing Moses and the prophets and proclaiming a new and better way of life? No. I came not to take away that which you had from your forefathers but to show you the perfected vision of that which your fathers saw only in part. Go then, Simon, teaching and preaching the kingdom, and when you have a man safely and securely within the kingdom, then is the time, when such a one shall come to you with inquiries, to impart instruction having to do with the progressive advancement of the soul within the divine kingdom.”
141:6.3 (1592.5) Ο Σίμων έμεινε κατάπληκτος με αυτά τα λόγια, αλλά έκανε ό,τι τον είχε συμβουλεύσει ο Ιησούς, και ο Τεχέρμα, ο Πέρσης, αριθμούσε μεταξύ εκείνων που εισήλθαν στη βασιλεία.   141:6.3 (1592.5) Simon was astonished at these words, but he did as Jesus had instructed him, and Teherma, the Persian, was numbered among those who entered the kingdom.
141:6.4 (1592.6) Εκείνη τη νύχτα ο Ιησούς μίλησε στους αποστόλους για τη νέα ζωή στην βασιλεία. Είπε εν μέρει: «Όταν εισέρχεστε στην βασιλεία, αναγεννιέστε. Δεν μπορείτε να διδάσκετε τα βαθυστόχαστα πράγματα του πνεύματος σε εκείνους που έχουν γεννηθεί εκ της σαρκός. Πρώτα να βλέπετε αν οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί εκ του πνεύματος πριν τους διδάξετε για τις προωθημένες καταστάσεις του πνεύματος. Μην επιχειρήσετε να δείξετε στους ανθρώπους τις ομορφιές του ναού πριν να τους βάλετε πρώτα μέσα στο ναό. Γνωρίστε στους ανθρώπους το Θεό και ως υιούς του Θεού προτού ομιλήσετε για τις διδασκαλίες της πατρότητας του Θεού και της υιότητας των ανθρώπων. Μην αντιμάχεστε τους ανθρώπους – να είστε πάντοτε υπομονετικοί. Δεν είναι δική σας η βασιλεία, εσείς είστε μόνο πρεσβευτές. Απλώς να κηρύττετε: Αυτή είναι η βασιλεία των ουρανών – ο Θεός είναι ο Πατέρας σας και εσείς οι υιοί του, και αυτά τα καλά νέα, αν τα πιστεύετε με όλη την καρδιά σας είναι η αιώνια σωτηρία σας».   141:6.4 (1592.6) That night Jesus discoursed to the apostles on the new life in the kingdom. He said in part: “When you enter the kingdom, you are reborn. You cannot teach the deep things of the spirit to those who have been born only of the flesh; first see that men are born of the spirit before you seek to instruct them in the advanced ways of the spirit. Do not undertake to show men the beauties of the temple until you have first taken them into the temple. Introduce men to God and as the sons of God before you discourse on the doctrines of the fatherhood of God and the sonship of men. Do not strive with men—always be patient. It is not your kingdom; you are only ambassadors. Simply go forth proclaiming: This is the kingdom of heaven—God is your Father and you are his sons, and this good news, if you wholeheartedly believe it, is your eternal salvation.”
141:6.5 (1593.1) Οι απόστολοι έκαναν μεγάλες προόδους κατά την διαμονή τους στην Αμαθούντα. Αλλά ήταν πολύ απογοητευμένοι που ο Ιησούς δεν τους έκανε καμία υπόδειξη για το πώς να συμπεριφέρονται στους μαθητές του Ιωάννη. Ακόμα και στο σημαντικό θέμα του βαπτίσματος, το μόνο που είπε ο Ιησούς ήταν: «Ο Ιωάννης πράγματι σας βάπτιζε με νερό, αλλά όταν εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών, θα βαπτισθείτε με το Πνεύμα».   141:6.5 (1593.1) The apostles made great progress during the sojourn at Amathus. But they were very much disappointed that Jesus would give them no suggestions about dealing with John’s disciples. Even in the important matter of baptism, all that Jesus said was: “John did indeed baptize with water, but when you enter the kingdom of heaven, you shall be baptized with the Spirit.”
7. ΣΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ^top   7. At Bethany Beyond Jordan ^top
141:7.1 (1593.2) Στις 26 Φεβρουαρίου, ο Ιησούς, οι απόστολοί του, και μια μεγάλη ομάδα οπαδών ταξίδεψαν κατά μήκος του Ιορδάνη προς το πέρασμα κοντά στη Βηθανία της Περαίας, το μέρος όπου ο Ιωάννης έκανε το πρώτο κήρυγμα για την επερχόμενη βασιλεία. Ο Ιησούς με τους αποστόλους του παρέμεινε εδώ, διδάσκοντας και κηρύττοντας για τέσσερις εβδομάδες πριν ανεβούν στην Ιερουσαλήμ.   141:7.1 (1593.2) On February 26, Jesus, his apostles, and a large group of followers journeyed down the Jordan to the ford near Bethany in Perea, the place where John first made proclamation of the coming kingdom. Jesus with his apostles remained here, teaching and preaching, for four weeks before they went on up to Jerusalem.
141:7.2 (1593.3) Τη δεύτερη εβδομάδα της διαμονής τους στη Βηθανία πέραν του Ιορδάνη, ο Ιησούς πήρε τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, και τον Ιωάννη στους λόφους απέναντι του ποταμού και νότια της Ιεριχούς για μια ανάπαυλα τριών ημερών. Ο Κύριος δίδαξε αυτούς τους τρεις πολλές νέες και προηγμένες αλήθειες για τη βασιλεία των ουρανών. Για το σκοπό αυτής της καταγραφής θα αναδιοργανώσουμε και ταξινομήσουμε αυτές τις διδασκαλίες ως ακολούθως:   141:7.2 (1593.3) The second week of the sojourn at Bethany beyond Jordan, Jesus took Peter, James, and John into the hills across the river and south of Jericho for a three days’ rest. The Master taught these three many new and advanced truths about the kingdom of heaven. For the purpose of this record we will reorganize and classify these teachings as follows:
141:7.3 (1593.4) Ο Ιησούς προσπάθησε να καταστήσει σαφές πως επιθυμούσε οι απόστολοί του, έχοντας γευτεί τις πραγματικότητες του αγαθού πνεύματος της βασιλείας, να ζουν στον κόσμο κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι, βλέποντας τις ζωές τους, να αποκτούν επίγνωση της βασιλείας και συνεπώς να αρχίζουν να ερωτούν τους πιστούς σχετικά με τις οδούς της βασιλείας. Κάθε τέτοιος ειλικρινής αναζητητής της αλήθειας χαίρεται πάντοτε να ακούει τα χαρμόσυνα νέα του δώρου της πίστεως, που εξασφαλίζει την είσοδο στη βασιλεία με τις αιώνιες και θείες πνευματικές πραγματικότητές της.   141:7.3 (1593.4) Jesus endeavored to make clear that he desired his disciples, having tasted of the good spirit realities of the kingdom, so to live in the world that men, by seeing their lives, would become kingdom conscious and hence be led to inquire of believers concerning the ways of the kingdom. All such sincere seekers for the truth are always glad to hear the glad tidings of the faith gift which insures admission to the kingdom with its eternal and divine spirit realities.
141:7.4 (1593.5) Ο Κύριος επεδίωξε να εντυπώσει σε όλους τους διδασκάλους του ευαγγελίου της βασιλείας πως η μοναδική τους εργασία ήταν να αποκαλύπτουν τον Θεό στον κάθε άνθρωπο ως τον Πατέρα του– να καθοδηγούν τον κάθε άνθρωπο στην επίγνωση της υιότητας, και μετά να παρουσιάζουν αυτόν τον ίδιο άνθρωπο στο Θεό ως τον εν πίστει υιό του. Και οι δυο αυτές ουσιώδεις αποκαλύψεις ολοκληρώνονται στον Ιησού. Έγινε, πράγματι, «η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή». Η θρησκεία του Ιησού βασίστηκε ολοκληρωτικά στην διαβίωση της απονεμημένης του ζωής στη γη. Όταν ο Ιησούς αναχώρησε από αυτόν τον κόσμο, δεν άφησε πίσω του βιβλία, νόμους, ή άλλες μορφές ανθρώπινης οργάνωσης που να επηρεάζουν την θρησκευτική ζωή του ατόμου.   141:7.4 (1593.5) The Master sought to impress upon all teachers of the gospel of the kingdom that their only business was to reveal God to the individual man as his Father—to lead this individual man to become son-conscious; then to present this same man to God as his faith son. Both of these essential revelations are accomplished in Jesus. He became, indeed, “the way, the truth, and the life.” The religion of Jesus was wholly based on the living of his bestowal life on earth. When Jesus departed from this world, he left behind no books, laws, or other forms of human organization affecting the religious life of the individual.
141:7.5 (1593.6) Ο Ιησούς έκανε σαφές ότι είχε έρθει να εγκαθιδρύσει προσωπικές και αιώνιες σχέσεις με τους ανθρώπους οι οποίες θα έπρεπε πάντα να έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων ανθρώπινων σχέσεων. Και έδωσε έμφαση στο ότι αυτή η ενδόμυχη πνευματική συντροφικότητα θα επεκτεινόταν σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των κοινωνικών συνθηκών ανάμεσα σε όλους τους λαούς. Η μόνη ανταμοιβή που κράτησε για τα παιδιά του ήταν: σε αυτόν τον κόσμο – πνευματική χαρά και θεία κοινωνία· στον άλλο κόσμο – αιώνια ζωή μέσα στην πρόοδο των πραγματικοτήτων του θείου πνεύματος του Παραδείσιου Πατέρα.   141:7.5 (1593.6) Jesus made it plain that he had come to establish personal and eternal relations with men which should forever take precedence over all other human relationships. And he emphasized that this intimate spiritual fellowship was to be extended to all men of all ages and of all social conditions among all peoples. The only reward which he held out for his children was: in this world—spiritual joy and divine communion; in the next world—eternal life in the progress of the divine spirit realities of the Paradise Father.
141:7.6 (1593.7) Ο Ιησούς απέδιδε μεγάλη σημασία σε αυτό που αποκαλούσε οι δυο αλήθειες πρώτιστης σπουδαιότητας στις διδασκαλίες για τη βασιλεία, και αυτές είναι: η επίτευξη της σωτηρίας δια της πίστεως και μόνον, συνδυασμένης με την επαναστατική διδασκαλία της επίτευξης της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα από την ειλικρινή αναγνώριση της αλήθειας, «Θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει». Ο Ιησούς ήταν η αλήθεια εκδηλωμένη στην σάρκα, και υποσχέθηκε να στείλει το Πνεύμα της Αληθείας στις καρδιές όλων των παιδιών του μετά την επιστροφή του στον Πατέρα του στον ουρανό.   141:7.6 (1593.7) Jesus laid great emphasis upon what he called the two truths of first import in the teachings of the kingdom, and they are: the attainment of salvation by faith, and faith alone, associated with the revolutionary teaching of the attainment of human liberty through the sincere recognition of truth, “You shall know the truth, and the truth shall make you free.” Jesus was the truth made manifest in the flesh, and he promised to send his Spirit of Truth into the hearts of all his children after his return to the Father in heaven.
141:7.7 (1594.1) Ο Κύριος δίδασκε σε αυτούς τους αποστόλους τα ουσιώδη της αλήθειας για μια ολόκληρη εποχή στη γη. Συχνά άκουγαν τις διδασκαλίες του όταν στην πραγματικότητα αυτά που έλεγε προορίζονταν για την έμπνευση και την διαπαιδαγώγηση άλλων κόσμων. Έδωσε το παράδειγμα ενός νέου και αυθεντικού σχεδίου ζωής. Από την ανθρώπινη άποψη ήταν πράγματι ένας Ιουδαίος, αλλά ζούσε τη ζωή του για όλο τον κόσμο ως ένας θνητός της σφαίρας.   141:7.7 (1594.1) The Master was teaching these apostles the essentials of truth for an entire age on earth. They often listened to his teachings when in reality what he said was intended for the inspiration and edification of other worlds. He exemplified a new and original plan of life. From the human standpoint he was indeed a Jew, but he lived his life for all the world as a mortal of the realm.
141:7.8 (1594.2) Για να εξασφαλίσει την αναγνώριση του Πατέρα του στην εκτύλιξη του σχεδίου της βασιλείας, ο Ιησούς εξήγησε ότι είχε σκόπιμα παραλείψει τους «σπουδαίους άνδρες της γης». Ξεκίνησε το έργο του με τους φτωχούς, την ίδια αυτή τάξη που είχε τόσο πολύ παραμεληθεί από τις περισσότερες εξελικτικές θρησκείες των προηγούμενων εποχών. Δεν περιφρονούσε κανέναν, το σχέδιό του ήταν παγκόσμιο, ακόμα και συμπαντικό. Ήταν τόσο τολμηρός και εμφατικός σ’ αυτές τις εξαγγελίες που ακόμα και ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης είχαν μπει στον πειρασμό να σκεφτούν ότι πιθανόν ήταν εκτός εαυτού.   141:7.8 (1594.2) To insure the recognition of his Father in the unfolding of the plan of the kingdom, Jesus explained that he had purposely ignored the “great men of earth.” He began his work with the poor, the very class which had been so neglected by most of the evolutionary religions of preceding times. He despised no man; his plan was world-wide, even universal. He was so bold and emphatic in these announcements that even Peter, James, and John were tempted to think he might possibly be beside himself.
141:7.9 (1594.3) Αναζήτησε ήπια να μεταδώσει σε αυτούς τους αποστόλους την αλήθεια ότι είχε έρθει σε αυτήν την αποστολή απονομής, όχι για να αποτελέσει ένα παράδειγμα για μερικές ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά για να εγκαθιδρύσει και να επιδείξει ένα πρότυπο ανθρώπινης ζωής για όλους τους λαούς σε όλους τους κόσμους σε ολόκληρο το σύμπαν του. Και αυτό το πρότυπο πλησίαζε την ύψιστη τελειότητα, ακόμα και την οριστική καλοσύνη του Συμπαντικού Πατέρα. Αλλά οι απόστολοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τη σημασία των λόγων του.   141:7.9 (1594.3) He sought mildly to impart to these apostles the truth that he had come on this bestowal mission, not to set an example for a few earth creatures, but to establish and demonstrate a standard of human life for all peoples upon all worlds throughout his entire universe. And this standard approached the highest perfection, even the final goodness of the Universal Father. But the apostles could not grasp the meaning of his words.
141:7.10 (1594.4) Ανήγγειλε ότι είχε έρθει να λειτουργήσει ως διδάσκαλος, ένας διδάσκαλος σταλμένος από τον ουρανό για να παρουσιάσει την πνευματική αλήθεια στον υλικό νου. Και αυτό ακριβώς έκανε. Ήταν ένας δάσκαλος, όχι ένας ιεροκήρυκας. Από ανθρώπινη άποψη ο Πέτρος ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός κήρυκας από τον Ιησού. Το κήρυγμα του Ιησού ήταν τόσο αποτελεσματικό λόγω της μοναδικής του προσωπικότητας, και όχι τόσο λόγω συναρπαστικής ρητορικής ή συγκινησιακής έκκλησης. Ο Ιησούς μιλούσε κατ’ ευθείαν στις ψυχές των ανθρώπων. Ήταν ένας δάσκαλος του πνεύματος του ανθρώπου, αλλά μέσω της διάνοιας. Ζούσε με τους ανθρώπους.   141:7.10 (1594.4) He announced that he had come to function as a teacher, a teacher sent from heaven to present spiritual truth to the material mind. And this is exactly what he did; he was a teacher, not a preacher. From the human viewpoint Peter was a much more effective preacher than Jesus. Jesus’ preaching was so effective because of his unique personality, not so much because of compelling oratory or emotional appeal. Jesus spoke directly to men’s souls. He was a teacher of man’s spirit, but through the mind. He lived with men.
141:7.11 (1594.5) Ήταν με αυτήν την ευκαιρία που ο Ιησούς υπαινίχθηκε στον Πέτρο, τον Ιάκωβο, και τον Ιωάννη ότι το έργο του στη γη υπόκειτο εν μέρει σε περιορισμούς από την ανάθεση του «υψηλού εταίρου» του, αναφερόμενος στις προ της απονομής οδηγίες του Παραδείσιου αδελφού του, Εμμανουήλ. Τους είπε ότι είχε έρθει να κάνει το θέλημα του Πατρός του και μόνο το θέλημα του Πατρός του. Παρακινούμενος έτσι από μια ολόψυχη μοναδικότητα σκοπού, δεν ήταν ενοχλούταν αγχωτικά από το κακό στον κόσμο.   141:7.11 (1594.5) It was on this occasion that Jesus intimated to Peter, James, and John that his work on earth was in some respects to be limited by the commission of his “associate on high,” referring to the prebestowal instructions of his Paradise brother, Immanuel. He told them that he had come to do his Father’s will and only his Father’s will. Being thus motivated by a wholehearted singleness of purpose, he was not anxiously bothered by the evil in the world.
141:7.12 (1594.6) Οι απόστολοι είχαν αρχίσει να αναγνωρίζουν την ανεπηρέαστη φιλικότητα του Ιησού. Αν και ο Κύριος ήταν εύκολο να προσεγγιστεί, πάντοτε ζούσε ανεξάρτητα, και πάνω από όλα, τα ανθρώπινα όντα. Ποτέ, ούτε για μια στιγμή δεν κυριεύτηκε από κάποια αμιγώς ανθρώπινη επιρροή ούτε εξαρτήθηκε από την αδύναμη ανθρώπινη κρίση. Δεν έδινε σημασία στην κοινή γνώμη, και ήταν ανεπηρέαστος από τον έπαινο. Σπάνια σταματούσε για να διορθώσει παρανοήσεις ή για να δυσανασχετήσει με την παρερμηνεία. Ποτέ δεν ζήτησε συμβουλή από κανέναν άνθρωπο, ποτέ δεν έκανε εκκλήσεις για προσευχές.   141:7.12 (1594.6) The apostles were beginning to recognize the unaffected friendliness of Jesus. Though the Master was easy of approach, he always lived independent of, and above, all human beings. Not for one moment was he ever dominated by any purely mortal influence or subject to frail human judgment. He paid no attention to public opinion, and he was uninfluenced by praise. He seldom paused to correct misunderstandings or to resent misrepresentation. He never asked any man for advice; he never made requests for prayers.
141:7.13 (1594.7) Ο Ιάκωβος είχε εκπλαγεί από το πως ο Ιησούς φαινόταν να βλέπει το τέλος εξ’ αρχής. Ο Κύριος σπάνια φαινόταν να εκπλήσσεται. Δεν ήταν ποτέ ενθουσιασμένος, εξοργισμένος, ή αναστατωμένος. Ποτέ δεν απολογήθηκε σε κανέναν άνθρωπο. Ήταν κατά καιρούς λυπημένος, αλλά ποτέ απογοητευμένος.   141:7.13 (1594.7) James was astonished at how Jesus seemed to see the end from the beginning. The Master rarely appeared to be surprised. He was never excited, vexed, or disconcerted. He never apologized to any man. He was at times saddened, but never discouraged.
141:7.14 (1594.8) Ο Ιωάννης πιο καθαρά κατάλαβε ότι, παρόλα τα θεϊκά του χαρίσματα, εν τέλει, ήταν άνθρωπος. Ο Ιησούς έζησε σαν άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους και κατανοούσε, αγαπούσε, και γνώριζε πώς να διευθύνει τους ανθρώπους. Στην προσωπική ζωή του ήταν τόσο ανθρώπινος, και παρά ταύτα τόσο αλάνθαστος. Και ήταν πάντοτε ανιδιοτελής.   141:7.14 (1594.8) More clearly John recognized that, notwithstanding all of his divine endowments, after all, he was human. Jesus lived as a man among men and understood, loved, and knew how to manage men. In his personal life he was so human, and yet so faultless. And he was always unselfish.
141:7.15 (1595.1) Αν και ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης δεν μπορούσαν να καταλάβουν πολλά απ’ όσα τους είπε ο Ιησούς αυτήν την φορά, τα ευγενικά του λόγια παρέμεναν στις καρδιές τους, και μετά την σταύρωση και την ανάσταση βγήκαν στην επιφάνεια για να πλουτίσουν και χαροποιήσουν την επακόλουθη διακονία τους. Δεν ήταν περίεργο που οι απόστολοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πλήρως τα λόγια του Κυρίου, γιατί αυτό που τους επιδείκνυε ήταν το σχέδιο μιας νέας εποχής.   141:7.15 (1595.1) Although Peter, James, and John could not understand very much of what Jesus said on this occasion, his gracious words lingered in their hearts, and after the crucifixion and resurrection they came forth greatly to enrich and gladden their subsequent ministry. No wonder these apostles did not fully comprehend the Master’s words, for he was projecting to them the plan of a new age.
8. ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΙΕΡΙΧΩ ^top   8. Working in Jericho ^top
141:8.1 (1595.2) Καθ’ όλη την διάρκεια των τεσσάρων εβδομάδων διαμονής στη Βηθανία πέραν του Ιορδάνη, αρκετές φορές την εβδομάδα ο Ανδρέας έστελνε, ανά δυο, τους αποστόλους να πάνε μέχρι την Ιεριχώ για μια ή δυο μέρες. Ο Ιωάννης είχε πολλούς πιστούς στην Ιεριχώ, και η πλειονότητά τους επικροτούσε τις πιο προχωρημένες διδασκαλίες του Ιησού και των αποστόλων του. Σ’ αυτές τις επισκέψεις στην Ιεριχώ οι απόστολοι άρχισαν πιο συγκεκριμένα να εκτελούν τις εντολές του Ιησού να διακονούν τους ασθενείς. Επισκέφτηκαν κάθε σπίτι στην πόλη και επεδίωξαν να ανακουφίσουν κάθε πάσχον άτομο.   141:8.1 (1595.2) Throughout the four weeks’ sojourn at Bethany beyond Jordan, several times each week Andrew would assign apostolic couples to go up to Jericho for a day or two. John had many believers in Jericho, and the majority of them welcomed the more advanced teachings of Jesus and his apostles. On these Jericho visits the apostles began more specifically to carry out Jesus’ instructions to minister to the sick; they visited every house in the city and sought to comfort every afflicted person.
141:8.2 (1595.3) Οι απόστολοι εργάστηκαν δημόσια στην Ιεριχώ για κάποιο διάστημα αλλά οι προσπάθειές τους ήταν κυρίως πιο χαμηλών τόνων και προσωπικής φύσης. Ανακάλυψαν τώρα ότι τα καλά νέα της Βασιλείας επιδρούσαν πολύ ευεργετικά στους αρρώστους. Το μήνυμά τους επέφερε τη γιατρειά στους πονεμένους. Και ήταν στην Ιεριχώ που η εξουσιοδότηση του Ιησού στους δώδεκα, να κηρύξουν τα χαρούμενα νέα της Βασιλείας και να εξυπηρετούν τους πονεμένους, είχε για πρώτη φορά τέλεια αποτελέσματα.   141:8.2 (1595.3) The apostles did some public work in Jericho, but their efforts were chiefly of a more quiet and personal nature. They now made the discovery that the good news of the kingdom was very comforting to the sick; that their message carried healing for the afflicted. And it was in Jericho that Jesus’ commission to the twelve to preach the glad tidings of the kingdom and minister to the afflicted was first fully carried into effect.
141:8.3 (1595.4) Σταμάτησαν στην Ιεριχώ καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ και τους πρόφτασε μια αντιπροσωπία από τη Μεσοποταμία που είχε έρθει να συνομιλήσει με τον Ιησού. Οι απόστολοι σχεδίαζαν να μείνουν μόνο μια μέρα εδώ, αλλά όταν αυτοί οι αναζητητές της αλήθειας από την Ανατολή έφτασαν, ο Ιησούς παρέμεινε κοντά τους τρεις μέρες και αυτοί επέστρεψαν στα σπίτια τους κατά μήκος του Ευφράτη ευτυχισμένοι με τη γνώση της καινούργιας αλήθειας για την Βασιλεία των Ουρανών.   141:8.3 (1595.4) They stopped in Jericho on the way up to Jerusalem and were overtaken by a delegation from Mesopotamia that had come to confer with Jesus. The apostles had planned to spend but a day here, but when these truth seekers from the East arrived, Jesus spent three days with them, and they returned to their various homes along the Euphrates happy in the knowledge of the new truths of the kingdom of heaven.
9. ΑΝΑΧΩΡΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ^top   9. Departing for Jerusalem ^top
141:9.1 (1595.5) Τη Δευτέρα, τελευταία μέρα του Μαρτίου, ο Ιησούς και οι απόστολοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους ανηφορίζοντας στους λόφους προς την Ιερουσαλήμ. Ο Λάζαρος από τη Βηθανία είχε κατέβει δυο φορές στον Ιορδάνη για να δει τον Ιησού, και είχε γίνει κάθε προετοιμασία για τον Κύριο και τους αποστόλους του ώστε η έδρα τους να είναι στον Λάζαρο και τις αδελφές του στη Βηθανία για όσο διάστημα θα επιθυμούσαν να μείνουν στην Ιερουσαλήμ.   141:9.1 (1595.5) On Monday, the last day of March, Jesus and the apostles began their journey up the hills toward Jerusalem. Lazarus of Bethany had been down to the Jordan twice to see Jesus, and every arrangement had been made for the Master and his apostles to make their headquarters with Lazarus and his sisters at Bethany as long as they might desire to stay in Jerusalem.
141:9.2 (1595.6) Οι μαθητές του Ιωάννη παρέμειναν στη Βηθανία, πέρα από τον Ιορδάνη, διδάσκοντας και βαπτίζοντας τα πλήθη, έτσι ο Ιησούς συνοδευόταν μόνο από τους δώδεκα όταν έφτασε στο σπίτι του Λάζαρου. Εδώ ο Ιησούς και οι απόστολοι παρέμειναν πέντε μέρες, αναπαυόμενοι και παίρνοντας δυνάμεις πριν πάνε στην Ιερουσαλήμ για το Πάσχα. Ήταν ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή της Μάρθας και της Μαρίας να έχουν τον Κύριο και τους αποστόλους στο σπίτι του αδελφού τους, όπου μπορούσαν να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους.   141:9.2 (1595.6) The disciples of John remained at Bethany beyond the Jordan, teaching and baptizing the multitudes, so that Jesus was accompanied only by the twelve when he arrived at Lazarus’s home. Here Jesus and the apostles tarried for five days, resting and refreshing themselves before going on to Jerusalem for the Passover. It was a great event in the lives of Martha and Mary to have the Master and his apostles in the home of their brother, where they could minister to their needs.
141:9.3 (1595.7) Την Κυριακή το πρωί, 6 Απριλίου, ο Ιησούς και οι απόστολοι κατέβηκαν στην Ιερουσαλήμ, και ήταν η πρώτη φορά που ο Κύριος και όλοι οι δώδεκα βρίσκονταν εκεί μαζί.   141:9.3 (1595.7) On Sunday morning, April 6, Jesus and the apostles went down to Jerusalem; and this was the first time the Master and all of the twelve had been there together.